Μογγόλοι

Λαός που ανήκει στον κλάδο των μογγολοειδών, στη φυλή των Τουγκούσων· είναι σωματώδεις, με μέτριο ανάστημα και μεγάλο κεφάλι με αυτιά που προεξέχουν. Ιστορία. Οι Μ. αντιπροσωπεύουν τον κύριο εθνικό κλάδο από τα πολυάριθμα νομαδικά φύλα, που οργανωμένα σε πατριές και με επικεφαλής τη μογγολική στρατιωτική αριστοκρατία είχαν κάτω από τον έλεγχό τους, μέχρι πριν από δύο αιώνες, μεγάλο μέρος της κεντρικής και κεντροδυτικής Ασίας. Αν και είναι δύσκολο να ειπωθεί ποιοι σημερινοί πληθυσμοί προέρχονται πραγματικά από τον αρχικό μογγολικό κορμό, οι Μ. κατείχαν πάντα το κεντροανατολικό τμήμα της βόρειας Ασίας. Η χρυσή εποχή τους ήταν ο 13ος αι., όταν οι Μ. και οι συγγενικοί τους λαοί ξεκίνησαν από τις στέπες της κεντροανατολικής Ασίας κάτω από την αρχηγία του Τζεγγίς Χαν και προικισμένοι με απαράμιλλη επιδεξιότητα στον πόλεμο με τα τόξα λεηλάτησαν και υπέταξαν τη βόρεια Κίνα, την κεντρική Ασία και τμήμα της δυτικής. Μετά τον θάνατο του Τζεγγίς Χαν το 1227 κατέλαβαν την Περσία, την περιοχή του Καυκάσου, τη Μεσοποταμία και μεγάλο μέρος της Ρωσίας, για να εμφανιστούν τέλος, με ελαφρές προφυλακές, περίπου το 1241, στα περίχωρα της Βουδαπέστης και στη Σικελία. Η αυστηρή κοινωνική οργάνωση και το υψηλό επίπεδο της διοικητικής συγκρότησης επέτρεψαν στους M., παρά τις διαμάχες και τους διαμελισμούς της απέραντης αυτοκρατορίας, που ακολούθησαν μετά τον θάνατο του Τζεγγίς Χαν, να διατηρήσουν την κυριαρχία τους για πολλούς αιώνες στα κατακτημένα εδάφη. Μετά τον θάνατο του γιου του Τζεγγίς Χαν, Ογκοντάι (1240), ξέσπασε η πρώτη μεγάλη κρίση και από τότε η αυτοκρατορία χωρίστηκε ουσιαστικά σε δυο τμήματα: το ανατολικό, που υπέστη την επίδραση του βουδισμού και της Κίνας (η οποία κατακτήθηκε από τον Κουμπλάι Χαν στο δεύτερο μισό του 13ου αι., και διατηρήθηκε έως το 1368), και το δυτικό, που γρήγορα εξισλαμίστηκε και έχασε, με την αφομοίωση του προς τους πολιτισμούς της κεντροδυτικής Ασίας, τα αρχικά του πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι δυτικοί M., οι οποίοι συγχωνεύθηκαν με τους ιθαγενείς πληθυσμούς και τους Τούρκους, κάτω από την αρχηγία του Ταμερλάνου και των διαδόχων του, διατήρησαν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τις κατακτήσεις τους, δημιουργώντας ένα κράτος (μογγολική αυτοκρατορία) στην Ινδία (1526), που διατηρήθηκε περίπου τρεις αιώνες. Η παρακμή των Μ. άρχισε στη Ρωσία· η χώρα αυτή, αφού απελευθερώθηκε από την κυριαρχία τους (1480), άσκησε μια πολιτική επέκτασης προς τα ανατολικά, η οποία μέσα σε τέσσερις αιώνες οδήγησε στην κατάκτηση μεγάλου μέρους των εδαφών που κατείχαν οι Μ. στη βόρεια και κεντρική Ασία. Οι τελευταίες ομάδες αναγκάστηκαν να ξαναγυρίσουν εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει στις στέπες της Μογγολίας, η οποία τον 19o αι. μοιράστηκε ανάμεσα στη Ρωσία και στην Κίνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μογγόλοι — οι ασιατική φυλή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Μογγολία — Κράτος της κεντρικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Ρωσία και στα Α, στα Ν και στα Δ με την Κίνα.Tα εδαφικά όρια της Μ., εξαιτίας των χαρακτηριστικών της περιοχής στην οποία εκτείνεται η χώρα, δεν καθορίζονται από φυσικά στοιχεία, εκτός από το… …   Dictionary of Greek

  • Μαγούλιοι — Μαγούλιοι, οἱ (Μ) Μογγόλοι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < γουλάμιος (< αραβ. ghulam), με αντιμετάθεση τών συμφώνων, ή < Μογγόλοι με παρετυμολογική σύνδεση τής λ. με το ουσ. μάγουλο] …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Δαβίδ — I (τέλη 5ου – αρχές 6ου αι. μ.Χ.). Νεοπλατωνικός φιλόσοφος από το Νέρκεν της Αρμενίας. Ο πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Αρμένιος πατριάρχης Ισαάκ Α’. Πραγματοποίησε τις σπουδές του στην Αθήνα, στην Έδεσσα, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αλεξάνδρεια.… …   Dictionary of Greek

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • μαλλιά — Το σύνολο των τριχών οι οποίες καλύπτουν το κρανίο του ανθρώπου. Το χρώμα, η όψη και το πάχος της τρίχας αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα των διάφορων φυλών και χρησιμεύουν σε ανθρωπολογικές μελέτες. Το χρώμα, που οφείλεται σε κόκκους χρωστικής… …   Dictionary of Greek

  • αλεπού — Ονομασία που αποδίδεται σε διάφορα σαρκοφάγα του γένους αλώπηξ της οικογένειας των κυνιδών. Τα βασικά διακριτικά γνωρίσματα του γένους αυτού είναι: οξύ ρύγχος, η κατατομή του οποίου αποτελεί προέκταση της αντίστοιχης του μετώπου, όρθια αφτιά με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.